Acrobase  

Καλώς ήρθατε στην AcroBase.
Δείτε εδώ τα πιο πρόσφατα μηνύματα από όλες τις περιοχές συζητήσεων, καθώς και όλες τις υπηρεσίες της AcroBase.
H εγγραφή σας είναι γρήγορη και εύκολη.

Επιστροφή   Acrobase > Επιστήμη & Εκπαίδευση > Ελληνική Γλώσσα και Γλωσσολογία
Ομάδες (Groups) Τοίχος Άρθρα acrobase.org Ημερολόγιο Φωτογραφίες Στατιστικά

Notices

Δεν έχετε δημιουργήσει όνομα χρήστη στην Acrobase.
Μπορείτε να το δημιουργήσετε εδώ

Απάντηση στο θέμα
 
Εργαλεία Θεμάτων Τρόποι εμφάνισης
  #1  
Παλιά 23-01-07, 23:35
Το avatar του χρήστη Xenios
Xenios Ο χρήστης Xenios δεν είναι συνδεδεμένος
Administrator
 

Τελευταία φορά Online: 12-11-16 11:12
Φύλο: Άντρας
Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας Νεότερη εποχή

Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας

Peter Mackridge, Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Ε.Λ.Ι.Α., Αθήνα 1999,

Ν Ε Ο Τ Ε Ρ Η Ε Π Ο Χ Η

Εισαγωγή

Από το 1821 μέχρι σήμερα η Ελληνική γλώσσα -στις διάφορες προφορικές και γραπτές εκδοχές της- έχει υποστεί μεγαλύτερες μεταβολές απ' αυτές που σημειώθηκαν σε οποιαδήποτε εθνική γλώσσα της δυτικής Ευρώπης στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Στην αρχή της περιόδου επικρατούσαν, στον προφορικό λόγο, οι ποικίλες διάλεκτοι που μιλιόντουσαν στις επιμέρους περιοχές του ελληνόφωνου κόσμου, από την Κέρκυρα στον Πόντο και από τη Μακεδονία στη Μάνη, την Κρήτη και την Κύπρο. Στον γραπτό λόγο κυριαρχούσαν διάφορες γλωσσικές ποικιλίες, που αποτελούνταν από μίγματα αρχαίων και νεότερων στοιχείων, από την αρχαϊστική χρήση των «Σοφολογιοτάτων») μέχρι την αλληλογραφία των εμπόρων. Αρκετά χρόνια, όμως, πριν από το 1821 θα πρέπει να διαμορφώθηκε μια κάπως κοινή προφορική γλώσσα που τη χρησιμοποιούσαν ιδίως οι έμποροι, όσοι ταξίδευαν από μία ελληνική περιοχή σε άλλη και όσοι εγκαταστάθηκαν, μαζί με ομογενείς από διάφορα μέρη, στα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης. Αυτή η κοινή, υπερδιαλεκτική, προφορική γλώσσα των ταξιδεμένων και κάπως μορφωμένων Ελλήνων της εποχής εκείνης πιθανόν να απoτέλεσε τη βάση για την εξέλιξη της σημερινής κοινής προφορικής γλώσσας. Τεκμήρια γι' αυτήν την κοινή προφορική γλώσσα βρίσκουμε ιδίως σε διάφορες κωμωδίες (πρωτότυπες και μεταφρασμένες) που γράφτηκαν στις τελευταίες δεκαετίες της Τουρκοκρατίας και όπου οι ζωντανοί διάλογοι επιχείρησαν να καταγράψουν τη γλωσσική πραγματικότητα της εποχής.

Είναι όμως γεγονός ότι η ιστορία της προφορικής κοινής Ελληνικής έχει ελάχιστα μελετηθεί για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, τα γραmά κείμενα που διαθέτουμε δεν μπορεί να είναι τελείως αξιόπιστα. δεύτερον, δημιουργήθηκε σύγχυση από την επιμονή των διαφόρων παρατάξεων του γλωσσικού ζητήματος να χωρίζουν τα γλωσσικά φαινόμενα σε «σωστά» και «λάθος»), αντί να μελετούν τη γλωσσική πραγματικότητα. Ο Κοραής, λόγου χάρη, δε θέλησε να καταγράψει, στα χρησιμότατα γλωσσάρια που συνέταξε, τις δημώδεις λέξεις με την πραγματική τους μορφή, αλλά επέμενε να τις «διορθώνει» κατά τα αρχαία πρότυπα, ενώ, μισό αιώνα αργότερα και με ανάλογο τρόπο, ο Ψυχάρης στα δημοσιεύματά του «διόρθωνε» τις λόγιες λέξεις σύμφωνα με τους δήθεν δημοτικούς κανόνες.

Οι όροι «καθαρεύουσα» και «δημοτική» είναι αρκετά παλαιοί. η λέξη «καθαρεύουσα» μαρτυρείται στο Κυριακοδρόμιον του Νικηφόρου Θεοτόκη, γραμμένο το 1796, ενώ η λέξη «δημοτική» χρησιμοποιείται από τον Παναγιώτη Κοδρικά το 1818. Οι δύο όροι, όμως, δεν μπήκαν σε γενική χρήση παρά μόνο με τη δημοσίευση του βιβλίου του Ψυχάρη Το ταξίδι μου, το 1888. Μολαταύτα, η γλωσσική εκδοχή του Κοραή -συμβιβασμός μεταξύ Αρχαίας και Νέας Ελληνικής- επικράτησε ως εκφραστικό όργανο του ελληνικού κράτους σε πείσμα των λίγων οπαδών της γραπτής χρήσης της προφορικής γλώσσας. Όσο περνούσαν οι δεκαετίες του 19ου αιώνα, η γραπτή γλώσσα εμβολιαζόταν με όλο και περισσότερα αρχαία στοιχεία, εις βάρος των νεότερων, ούτως ώστε, μέχρι την έκδοση του Ταξιδιού (1888), η γλώσσα του δημόσιου λόγου να έχει φτάσει στο αποκορύφωμα του αρχαϊσμού (Μνημονεύουμε εδώ την αστεία περίmωση του Κλέωνος Ραγκαβή, ο οποίος υπερηφανευόταν, το 1884, ότι έγραψε ένα «δραματικό ποίημα» τετρακοσίων σελίδων, χωρίς να χρησιμοποιήσει ούτε ένα νά, θά ή δέν).

Στην πραγματικότητα η καθαρεύουσα (όπως άρχιζε τότε να γίνεται γνωστή) ήταν ένα γλωσσικό υβρίδιο, ένα ακατάστατο και αναρχικό συνονθύλευμα από γλωσσικά στοιχεία παρμένα τυχαία και κατά το δοκούν από διάφορα στάδια της ιστορίας της Ελληνικής γλώσσας. Η αναλογία των αρχαίων και νεότερων στοιχείων εξαρτιόταν από τον βαθμό της αρχαιομάθειας και της καλαισθησίας του εκάστοτε γράφοντος.

Αντιδρώντας σ' αυτήν τη γλωσσική αναρχία, ο Ψυχάρης, στο Ταξίδι και στα μεταγενέστερα έργα του, προσπάθησε να δημιουργήσει μια γραπτή γλώσσα βασισμένη στο λεξιλόγιο και τους γραμματικούς κανόνες της προφορικής, ιδωμένης βέβαια στην ιστορική της εξέλιξη. Αυτή η αντίδραση οδήγησε τον Ψυχάρη στη διατύπωση υπερβολικά αυστηρών γλωσσικών κανόνων που αγνοούσαν την πραγματική επίδραση της γραmής γλώσσας στην προφορική. Όπως η καθαρεύουσα είχε επιχειρήσει να αποκλείσει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία της προφορικής γλώσσας, .έτσι και η δογματική δημοτική του Ψυχάρη απέρριπτε κάθε στοιχείο που ερχόταν σε σύγκρουση προς τους γλωσσικούς νόμους που θέσπισε ο ίδιος με βάση την ιστορία της δημώδους γλώσσας, έστω και αν το στοιχείο αυτό είχε πολιτογραφηθεί στην προφορική γλώσσα της εποχής του. Από τότε, η εξέλιξη των απόψεων των αντιπάλων της καθαρεύουσας σημαδεύεται από την όλο και μεγαλύτερη προθυμία τους να αποδεχτούν στοιχεία που ενσωματώθηκαν στην καθημερινή προφορική χρήση.

Θλιβερό αποτέλεσμα της ύπαρξης της διγλωσσίας (δημοτικής και καθαρεύουσας) και της κατοπινής κατάργησής της είναι το ότι ορισμένοι Έλληνες σήμερα αισθάνονται την ανάγκη να διαβάσουν κορυφαίους συγγραφείς της περιόδου 1850-1910 (όπως ο Ροΐδης και ο Παπαδιαμάντης) σε δημοτική «μετάφραση». Αυτή η ανάγκη -που δεν συναντιέται σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα- δείχνει πόσο μεγάλο ρήγμα έχει δημιουργήσει η διγλωσσία στη συνέχεια της Ελληνικής.

Έπειτα από αυτή την παρένθεση για το γλωσσικό ζήτημα μπορούμε να επιστρέψουμε στην ιστορική διαδρομή της ίδιας της προφορικής γλώσσας. Η χρήση της κοινής προφορικής Ελληνικής (σε αντιδιαστολή προς τις διαλέκτους) άρχισε να επεκτείνεται ραγδαία με την αναγόρευση της Αθήνας σε πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους και τη συνακόλουθη συρροή Ελλήνων στο «ιοστεφές άστυ» από διάφορα μέρη, αλλά ιδίως από την Πελοπόννησο. Η Αθήνα έγινε έτσι η πρώτη μεγάλη χοάνη όπου οι διαλεκτικές διαφορές ισοπεδώθηκαν . η δεύτερη ήταν η Θεσσαλονίκη μετά την εγκατάσταση των προσφύγων του 1922. Εδώ οι Έλληνες που μιλούσαν ποικίλες διαλέκτους και είχαν ξεριζωθεί από τις μακρινές πατρίδες τους εγκαταστάθηκαν σ' έναν περιορισμένο χώρο και αναγκάστηκαν να κάνουν σημαντικές υποχωρήσεις προς τη γλώσσα των παλιών και καινούργιων συμπολιτών τους. Άλλοι παράγοντες συγκερασμού των διαλεκτικών στοιχείων υπήρξαν η υποχρεωτική εκπαίδευση, η στρατιωτική θητεία και, στα νεότερα χρόνια, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η Νεοελληνική Γραμματική (της δημοτικής) (1941) του Τριανταφυλλίδη, επιτομή της οποίας χρησιμοποιείται επίσημα στα ελληνικά σχολεία τουλάχιστον από το 1976. Η γραμματική του Τριανταφυλλίδη αποσκοπούσε περισσότερο στην παρουσίαση των κανόνων μιας γραπτής εκδοχής της δημοτικής, και λιγότερο στην περιγραφή της προφορικής γλώσσας. υιοθέτησε μια αρκετά διαλλακτική στάση απέναντι στους λόγιους τύπους, σε αντίθεση με τους προηγούμενους δημοτικιστές, όπως ο Ψυχάρης, που κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να τους αποκλείσουν από τα έργα τους. (Είναι αξιοπερίεργο ότι δεν συντάχθηκε ποτέ «επίσημη» ή «κρατική» γραμματική της καθαρεύουσας, δηλαδή της επίσημης -ώς το 1976- γλώσσας του ελληνικού κράτους.) Έτσι σήμερα οι τοπικές διαφορές στην προφορική Ελληνική γλώσσα σε ολόκληρο τον ελληνόφωνο χώρο (με εξαίρεση την Κύπρο) τείνουν να περιοριστούν.

Αν επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε τις σημαντικότερες μεταβολές που έχουν επέλθει στην κοινή προφορική γλώσσα από το 1821, μέχρι σήμερα, θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε ενδεικτικά ορισμένα φαινόμενα που αφορούν κυρίως το λεξιλόγιο και τη μορφολογία.

Είναι φανερό ότι το λεξιλόγιο της κοινής προφορικής γλώσσας έχει υποστεί ριζικές αλλαγές. Οι λόγιοι του 19ου αι. (καθηγητές πανεπιστημίου, δημοσιογράφοι, κ.ά.) δύο κυρίως πράγματα κατόρθωσαν στην περιοχή του λεξιλογίου. Πρώτον, έφτιαξαν ελληνικά ονόματα για χιλιάδες έννοιες που ήταν ελάχιστα ή καθόλου γνωστές μέχρι τότε στον ελληνικό χώρο. Δεύτερον, επέβαλαν ελληνικές λέξεις στη θέση πολλών λέξεων που η προφορική γλώσσα είχε δανειστεί από ξένες γλώσσες. Για τις έννοιες που δεν υπήρχε αντίστοιχο όνομα, οι λόγιοι είτε χρησιμοποιούσαν αρχαίες λέξεις που είχαν άλλη σημασία στην αρχαιότητα, είτε κατασκεύασαν εντελώς καινούριες λέξεις με αρχαίες ρίζες. Μ' αυτόν τον τρόπο εμπλούτισαν την Ελληνική γλώσσα. Παραδείγματα αρχαίων λέξεων που ξαναζωντάνεψαν με καινούργια σημασία είναι: αλληλογραφία, θερμοκρασία, υπάλληλος, βιομήχανος και ταχυδρόμος (για την τελευταία αυτή έννοια ο Μακρυγιάννης χρησιμοποιεί την τουρκικής προέλευσης λέξη μετζίλι, ενώ άλλοι χρησιμοποιούσαν τη, δανεισμένη από τα ιταλικά, πόστα). Από τις χιλιάδες καινούριες λέξεις που κατασκευάστηκαν αναφέρουμε ενδεικτικά μόνο τις εξής: πολιτισμός (δημιούργημα του Κοραή), ζαχαροπλαστείο, πανεπιστήμιο, δημοσιογράφος, πρωτοβουλία, ποδήλατο, πολυβόλο, θερμοσίφωνο και λεωφορείο. Επίσης οι Έλληνες υιοθέτησαν πολλούς νεολογισμούς (είτε αρχαίες λέξεις με νέα σημασία), που είχαν κατασκευάσει ξένοι λόγιοι με ελληνικές ρίζες, όπως αεροπλάνο, τηλέφωνο, ανέκδοτο και νεκρολογία. Επίσης κατασκευάστηκαν διά μέσου της ολικής ή μερικής, μετάφρασης του αντίστοιχου ξένου όρου, καινούριες ελληνικές λέξεις όπως αυτοκίνητο, σιδηρόδρομος, αλεξικέραυνος, βραχυκύκλωμα, γραφειοκρατία, ουρανοξύστης και διεθνής. αυτή η διαδικασία έχει συνεχιστεί και στον 20ό αι., με λέξεις όnως διαστημόπλοιο. Τα «μεταφραστικά δάνεια» όμως δεν nεριορίστηκαν σε μεμονωμένες λέξεις. πάμπολλα είναι τα «φραστικά δάνεια», όπου δηλαδή μια φράση με μεταφορική σημασία μεταφράζεται κατά λέξη αnό μια ξένη γλώσσα (λόγος υπάρξεως, σε τελευταία ανάλυση, σε καθημερινή βάση κ.λπ.). Σήμερα , καινούρια φραστικά δάνεια εμφανίζονται κάθε μέρα σχεδόν στις ελληνικές εφημερίδες.

Συνεχίζεται
__________________
όταν γράφεται η ιστορία της ζωής σου,
μην αφήνεις κανέναν να κρατάει την πένα
Απάντηση με παράθεση
  #2  
Παλιά 23-01-07, 23:36
Το avatar του χρήστη Xenios
Xenios Ο χρήστης Xenios δεν είναι συνδεδεμένος
Administrator
 

Τελευταία φορά Online: 12-11-16 11:12
Φύλο: Άντρας
Οι λόγιοι του 19ου αι. φιλοτιμήθηκαν να εξαλείψουν τις πολυπληθείς λέξεις τουρκικής προελεύσεως που χρησιμοποιούνταν στην κοινή γλώσσα και θεωρούνταν κηλίδες που αμαύρωναν τη γλώσσα του ελεύθερου ελληνικού έθνους. Έτσι nολλές λέξεις τούρκικης προελεύσεως που χρησιμοnοιεί ο Μακρυγιάννης έχουν αντικατασταθεί αnό λέξεις που είτε προέρχονται από τα αρχαία ελληνικά είτε κατασκευάστηκαν με αρχαιοελληνικές ρίζες, π.χ. ασκέρι (στρατός) , ζαϊρέδες (προμήθειες), κιοτής (δειλός), ορδί (στρατόπεδο), οντάς (δωμάτιο), τσασίτης (κατάσκοπος), χαζίρι (έτοιμο) , χαΐνης (προδότης) και χάψη (φυλακή). Είναι ενδεικτικό της επιτυχίας των λογίων ότι όλες αυτές οι λέξεις (μέσα σε παρενθέσεις), οι οποίες είτε δεν υnήρχαν καθόλου είτε ήταν τελείως άγνωστες στη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων του 1821 , έχουν καθιερωθεί προ nολλού.

Οι λόγιοι κατόρθωσαν εnίσης να αντικαταστήσουν λέξεις που προέρχονταν αnό τις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες με αναστημένες ή εντελώς καινούριες ελληνικές λεξεις: έτσι το κουμέρκι ξαναβαφτίστηκε τελωνείο, ο μινίστρος έγινε υπουργός, το κοντραμπάντο εξευγενίστηκε σε λαθρεμπόριο. ακόμα και η φαμίλια (ή φαμελιά) εξελληνίστηκε σε οικογένεια. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, οι λόγιοι απέτυχαν να επιβάλουν τους νεολογισμούς τους, όπως το περισκελίς και το λαιμοδέτης, οι οποίοι δεν ευδοκίμησαν στην προφορική γλώσσα και δεν κατόρθωσαν να εκτοπίσουν το παντελόνι και το γραβάτα.

Οι αλλαγές που σημειώθηκαν στη μορφολογία της γλώσσας ανιχνεύονται με περισσότερη δυσκολία, καθώς δεν μπορούμε να βασιστούμε πάντα στις παλαιότερες πηγές. Υπάρχουν όμως ενδείξεις αnό τις αρχές του 19ου αι. ότι στη γενική του πληθυντικού τα αρσενικά παροξύτονα ουσιαστικά σε -της δεν κατέβαζαν τον τόνο στη λήγουσα (βρίσκουμε τύπους όπως των κλέφτων και των Φαναριώτων σε κείμενα όπου αποδίδεται πιστά η προφορική γλώσσα αnό λογίους, όπως ο Αθανάσιος Χριστόnουλος). τούτο το φαινόμενο, που αντιβαίνει προς τους κανόνες και της αρχαίας και της σύγχρονης ελληνικής, δείχνει ότι ο σημερινός τύπος (κλεφτών, Φαναριωτών) έχει «διορθωθεί» σύμφωνα με τη γραμματική της αρχαίας. Ο τύπος της γενικής του ενικού σε -τος από ουδέτερα ουσιαστικά σε -μα (του πράγματος αντί του απαρχαιωμένου πια προφορικού τύπου του πραμάτου) αποτελεί άλλο ένα στοιχείο που επανεισήχθη στην προφορική γλώσσα είτε από την αρχαία είτε από την καθαρεύουσα. Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί και η κλίση των θηλυκών ουσιαστικών όπως η κυβέρνηση. Παλαιότερα η προφορική γλώσσα ήξερε μόνο τύπους όπως η/τη βάφτιση, της βάφτισης, οι/τις βάφτισες, Σήμερα, όμως, κανείς δεν παραξενεύεται από την κλίση η/την κυβέρνηση, της κυβέρνησης, οι/τις κυβερνήσεις, των κυβερνήσεων, όπου οι τύποι του ενικού προέρχονται από την προφορική παράδοση, ενώ οι τύποι του πληθυντικού μπήκαν στην προφορική γλώσσα σχετικά πρόσφατα από την καθαρεύουσα. αυτή η κλίση, λοιπόν, αποτελεί παράδειγμα υβριδίου που πολιτογραφήθηκε επιτυχώς στην προφορική γλώσσα. χρειάστηκε όμως καιρός για να γίνει γενικά αποδεκτή, Πριν από τριάντα χρόνια οι περισσότεροι μορφωμένοι Έλληνες έλεγαν ακόμα της κυβερνήσεως και όχι της κυβέρνησης.


Τη συνύπαρξη στοιχείων από την παλαιά προφορική γλώσσα και από τη γραπτή λόγια παράδοση τη συναντούμε και στη λεγόμενη «διφυΐα» του φωνολογικού συστήματος της σημερινής κοινής γλώσσας. Ενώ τα συμφωνικά συμπλέγματα χτ και φτ δεν εμφανίζονταν στην αρχαία και στην καθαρεύουσα, τα δε συμπλέγματα κτ, χθ, φθ και σχ αποκλείονταν από την ακραία δημοτική του Ψυχάρη και των οπαδών του, σήμερα μιλάμε για το δίχτυ των ψαράδων και το σιδηροδρομικό δίκτυο της Ελλάδας. Και τα δύο ουσιαστικά (δίχτυ και δίκτυο) προέρχονται από την ίδια αρχαία λέξη, αλλά το πρώτο κληροδοτήθηκε στη Νέα Ελληνική με τελείως φυσικό τρόπο, μέσα από την προφορική παράδοση, ενώ το δεύτερο εισήχθη στην προφορική γλώσσα από τη λόγια γραπτή παράδοση. Την ίδια φωνολογική και μορφολογική διφυΐα παρατηρούμε και στα ζεύγη καταφέρνω -κατάφερα και μεταφέρω -μετέφερα (το δεύτερο με εσωτερική αύξηση, το πρώτο αναύξητο). τέτοια ζεύγη πιθανόν να συνυπήρχαν ήδη το 1800 στην κοινή προφορική γλώσσα, αλλά η καθαρεύουσα και η δημοτική του 19ου αι. επιχείρησαν να εξαλείψουν είτε το πρώτο είτε το δεύτερο από τα δύο αυτά ρήματα.

Άλλα στοιχεία που μαρτυρούν την επίδραση της γραπτής γλώσσας αποτελούν η μετοχή του ενεστώτα (η απαιτούμενη ακρίβεια) και ο αναδιπλασιασμός σε ορισμένους τύπους της μετοχής του παρακειμένου (πεπεισμένος), που χρησιμοποιούνται σήμερα στην κοινή γλώσσα έπειτα από 1500 χρόνων απουσία από τον προφορικό λόγο.

Τύποι του ρήματος που επικρατούν πλέον στην Αθήνα, όπως το μίλαγα (αντί μιλούσα) και καθόντουσαν (αντί κάθονταν, κ.ά.), σπάνια εμφανίζονται σε κείμενα πριν από τον 20ό αι, και ακόμα και σήμερα δεν έχουν γίνει γενικά αποδεκτοί σε όλες τις περιοχές της Ελλάδας, όπως π.χ. στη Θεσσαλονίκη. Είναι χαρακτηριστικό ότι η γραμματική του Τριανταφυλλίδη είτε αγνοεί τους τύπους αυτούς είτε τους αναφέρει μόνο σε υποσημειώσεις, επιχειρώντας φανερά (αλλά μάταια) να τους παραμερίσει. Όσο για τον παρακείμενο, οι τύποι έχω με απαρέμφατο (έχω έρθει) εισήλθαν και αυτοί αρκετά όψιμα στην κοινή προφορική γλώσσα. Μολονότι αυτός ο σχηματισμός του παρακειμένου υπήρχε στην Πελοπόννησο ήδη τον 14ο αι., τον συναντάμε πολύ σπάνια σε κείμενα του 19ου αι. (δεν εμφανίζεται ούτε μια φορά, λόγου χάρη, στα γραπτά του Μακρυγιάννη). Ακόμα και σήμερα δεν χρησιμοποιείται σε πολλές διαλέκτους, όπως π.χ. στην Ποντιακή, στην Κρητική και στην Κυπριακή (στο βαθμό, βέβαια, που αυτές οι διάλεκτοι παραμένουν ανεπηρέαστες από την Αθηναϊκή γλώσσα).

Πέρα από τις τεράστιες διαφορές που χωρίζουν την καθαρεύουσα του 19ου αι. από τη σημερινή γραπτή γλώσσα, οι ορθογραφικές μεταρρυθμίσεις, που έγιναν κατά καιρούς (η κατάργηση των πνευμάτων και της πολυτονίας, καθώς και ορισμένες «απλοποιήσεις»), προκάλεσαν κι αυτές χάσμα ανάμεσα στην οπτική εικόνα της Ελληνικής του 1821 και της σημερινής γραπτής γλώσσας. Αυτό το χάσμα γίνεται φανερό από την αντιπαράθεση δύο εκδοχών ενός αποσπάσματος από τον Διάλογο του Σολωμού: η πρώτη δίνει την εικόνα που το κείμενο παρουσίασε στην αρχική του έκδοση {1859), ενώ η δεύτερη δείχνει μια μονοτονική και ορθογραφικά απλουστευμένη εκδοχή:
«Καί αυταίς η λέξες είναι η ίδιαις, με ταίς οποίαις βρίσκεις γραμμένη τη Βοσκοπούλα, ποίημα, οπού δεν είναι γυναίκα νά μή γνωρίζη, καί έχει ‘ς τή ράχη του χρόνους διακόσιους».
«Και αυτές οι λέξεις είναι οι ίδιες, με τες οποίες βρίσκεις γραμμένη τη Βοσκοπούλα, ποίημα, οπού δεν είναι γυναίκα να μη γνωρίζει, και έχει στη ράχη του χρόνους διακόσιους».
Λίγες ευρωπαϊκές γλώσσες παρουσιάζουν τόσο εμφανείς ορθογραφικές αλλαγές σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Τελειώνοντας, θα προσπαθήσω να απαντήσω στο αγωνιώδες ερώτημα: βρίσκεται η Ελληνική γλώσσα σήμερα πράγματι σε κρίση; Έχει γίνει κοινός τόπος να λέγεται και να γράφεται ότι η Ελληνική γλώσσα κινδυνεύει α. από την αδυναμία της να ανταγωνιστεί τη χρήση της Αγγλικής, β. από την εισβολή αναφομοίωτων ξένων λέξεων που σφηνώθηκαν στο σώμα της χωρίς να προσαρμοστούν φωνολογικά και μορφολογικά στους κανόνες της (ασανσέρ, νάιλον, πάρκιν, κομπιούτερ, κλπ.), και γ. από τους ίδιους τους χρήστες της, ιδίως τους νέους.

Είναι φανερό ότι στο μέλλον, εφόσον η Αγγλική συνεχίσει να είναι παγκοσμίως η κυρίαρχη γλώσσα, όλο και περισσότεροι Έλληνες (και όχι μόνο) θα υποχρεώνονται να γίνουν δίγλωσσοι, χρησιμοποιώντας την Αγγλική για την επικοινωνία με τον ξένο κόσμο (είτε διαπροσωπικά είτε διαμέσου του διαδικτύου των ηλεκτρονικών υπολογιστών) και τη μητρική τους γλώσσα για την επικοινωνία με τους ομογλώσσους τους. Είναι εξίσου αναπόφευκτο η Ελληνική γλώσσα να δεχτεί στους κόλπους της πλήθος ξένες λέξεις, όπως έχει ήδη συμβεί από την απώτερη αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Όσο για τη χρήση της από τη νέα γενιά, έχω την εντύπωση ότι οι περισσότεροι νέοι είναι «δίγλωσσοι», με την έννοια ότι χειρίζονται δύο διαλέκτους της Ελληνικής. τη μια τη χρησιμοποιούν στις παρέες τους με άλλα παιδιά της ηλικίας τους, ενώ την άλλη τη φυλάσσουν για τις κατάλληλες περιστάσεις (όταν συνομιλούν με μεγάλους και ιδίως όταν γράφουν).


Είναι, ωστόσο, αλήθεια ότι ιδίως οι νέοι βομβαρδίζονται από διάφορα μηνύματα προερχόμενα από τηλεοπτικά κανάλια (ελληνικά και ξένα), το βίντεο, τη ροκ μουσική και γενικά την πολυεθνική βιομηχανία μαζικής κουλτούρας, η οποία παράγει ένα διεθνές πλέγμα από πολιτιστικά προϊόντα προορισμένα για τους νέους, στην προσπάθειά της να τους καταστήσει αιχμαλώτους διαφόρων εμπορικών και ιδεολογικών συμφερόντων. Οι εκτυφλωτικές και εναλλασσόμενες με αστραπιαία ταχύτητα εικόνες που προβάλλονται στη μικρή οθόνη (TV και Η/Υ) και οι αμείλικτα επαναλαμβανόμενοι εκκωφαντικοί ήχοι της σύγχρονης μουσικής απειλούν όχι μόνο την Ελληνική γλώσσα, αλλά και όλες τις γλώσσες - ίσως και την ελευθερία της ανθρώπινης σκέψης.
__________________
όταν γράφεται η ιστορία της ζωής σου,
μην αφήνεις κανέναν να κρατάει την πένα
Απάντηση με παράθεση
  #3  
Παλιά 23-01-07, 23:37
Το avatar του χρήστη Xenios
Xenios Ο χρήστης Xenios δεν είναι συνδεδεμένος
Administrator
 

Τελευταία φορά Online: 12-11-16 11:12
Φύλο: Άντρας
Η λογοτεχνία του ελεύθερου κράτους

Οι διάφορες τοπικές διάλεκτοι καθώς και η συνεχιζόμενη γλωσσική διαμάχη στα χρόνια μετά την Απελευθέρωση, αντικατοπτρίζονται στην ποίηση και τη λογοτεχνία του πρώιμου ελεύθερου κράτους του 19ου αιώνα. Από τη δημοτική με ιταλικά και κρητικά στοιχεία του Σολωμού, την ανάμικτη δημοτική και καθαρεύουσα του Κάλβου, μέχρι την αυστηρή καθαρεύουσα των αδελφών Σούτσων και του Ραγκαβή, τα λογοτεχνικά κείμενα αποτελούν πηγή μελέτης των γλωσσικών διαφορών ανά περιοχή καθώς και της εξέλιξης της γλωσσικής διαμάχης ανάμεσα στη δημοτική και την καθαρεύουσα. Δεν λείπουν και παραδείγματα υπεράσπισης της δημοτικής από κείμενα γραμμένα σε καθαρεύουσα (Ροΐδης) ή «πολύγλωσσων» κειμένων γραμμένων σε καθαρεύουσα που όμως στα διαλογικά μέρη χρησιμοποιείται η ιδιαίτερη διάλεκτος ή ο απλός τρόπος ομιλίας κάθε προσώπου (Πιτσιπιός, Παπαδιαμάντης). Η διγλωσσία αυτή συνεχίζεται και μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Τότε, παρ’ όλο τον προσανατολισμό στη δημοτική από κάποιους ποιητές (Παλαμάς, Δροσίνης, Πολέμης, Τερτσέτης, Βαλαωρίτης κ.ά.), δεν λείπει η προτίμηση άλλων ποιητών στη διγλωσσία ή στην «ελεύθερη μικτή» (Καμπούρογλου, Πολυλάς, Νιρβάνας, Ξενόπουλος κ.ά.).

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μορφές του Δ. Σολωμού και του Α. Κάλβου. Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε το 1798 στη Ζάκυνθο και πέθανε το 1857 στην Κέρκυρα. Η γραφή του ήταν ένα κράμα ζακυνθινών, κρητικών, λατινικών και ιταλικών στοιχείων μέσα σε «περιβάλλον» δημοτικής. Τα Επτάνησα δεν γνώρισαν τουρκοκρατία και έτσι οι επιρροές αυτές που συναντά κανείς στον Σολωμό, χαρακτηρίζουν και όλη την επτανησιακή λογοτεχνία. Ο Σολωμός υπήρξε μαχητικός υπερασπιστής της γλώσσας του λαού ενώ τοποθετούσε τους σοφολόγιους, για το κακό που προξενούσαν στο λαό, δίπλα στους Τούρκους. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι η παντελής έλλειψη ορθογραφίας στα γραπτά του. Την ορθογραφία τη συνέδεε με το λογιοτατισμό και, όπως φαίνεται από τα χειρόγραφά του, την αγνοούσε σχεδόν ολοκληρωτικά. Αυτό βεβαίως οφείλεται και στις λατινικές και ιταλικές σπουδές του, χωρίς ιδιαίτερη σπουδή της αρχαίας ελληνικής. Τα γραπτά του, παρ’ όλα αυτά, αποτελούν καθρέφτη της ζακυνθινής διαλέκτου και όλων των λογοτεχνικών επιρροών που είχαν δεχτεί τα Επτάνησα.

Ο Ανδρέας Κάλβος Ιωαννίδης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1792 και πέθανε στο Λονδίνο το 1869. Μεγάλο μέρος της ζωής του πέρασε στην Ιταλία όπου ο ποιητής Ούγκο Φόσκολο τον καθοδήγησε στις πρώτες του συγγραφικές εργασίες. Η γραφή και η γλώσσα του Κάλβου είναι ιδιαίτερη και μοναδική, καθώς δεν πρόσκειται σε κανένα από τα γνωστά αντίπαλα ρεύματα της εποχής του: ούτε στη μέση λύση του Κοραή, ούτε στην αρχαΐζουσα των σοφολογίων, ούτε στη «φυσική γλώσσα» του λαού. Φαίνεται από τα ποιήματά του ότι βρισκόταν σε συνεχή διάλογο με τους μορφικούς και γραμματικούς τύπους και των τριών αυτών ρευμάτων ανάλογα με τις ανάγκες του μέτρου και της μουσικότητας των ποιημάτων του. Παρ’ όλη την αποστροφή του προς «το μονότονο των κρητικών επών» ο ίδιος χαρακτηρίζεται από τη συστηματική χρήση του δεκαπεντασύλλαβου, (εξαρχαϊσμένου κατά τον Π. Δ. Μαστροδημήτρη, που θυμίζει όμως ιταλικά κλασικιστικά πρότυπα και συγχρόνως φαναριώτικη ποίηση κατά τον Κ. Θ. Δημαρά.)

«Θλιβερά επεισόδια» με αφορμή το γλωσσικό . τα «Ευαγγελικά» και τα «Ορεστειακά»

Η φράση «θλιβερά επεισόδια» αναφέρεται κατά κανόνα στις συγκρούσεις οπαδών αντιπάλων ποδοσφαιρικών ομάδων ή σε έκτροπα . κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων ο χιλιοειπωμένος αυτός πλεονασμός αποτελεί ένα από τα πολλά στερεότυπα της τρέχουσας «ξύλινης» γλώσσας των Μ.Μ.Ε. Ωστόσο, πριν από εκατό περίπου χρόνια, η ίδια η γλώσσα και οι διάφορες απόψεις περί καθαρεύουσας και δημοτικής στάθηκαν η αφορμή επεισοδίων στην Αθήνα - και μάλιστα ιδιαιτέρως βίαιων και θλιβερών, καθώς στοίχισαν τη ζωή σε έντεκα ανθρώπους και προκάλεσαν την πτώση της κυβέρνησης. Στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, το γλωσσικό ζήτημα όχι μόνο δεν έχει επιλυθεί αλλά οι διενέξεις γύρω από αυτό βρίσκονται σε μεγάλη έξαρση. Τα λεγόμενα «Ευαγγελικά» είναι ένα μόνο από τα παραδείγματα αναταραχών και αιματοκυλίσματος γύρω από το γλωσσικό ζήτημα. Είναι όμως και ένα σύνθετο γεγονός που καταδεικνύει το πολιτικό και πνευματικό κλίμα της εποχής. Η μετάφραση των Ευαγγελίων στη δημοτική το 1898 με πρωτοβουλία της βασίλισσας Όλγας, τα Ευαγγέλια μεταφρασμένα από τον Αλέξανδρο Πάλλη σε πιο ακραία δημοτική το 1901 και άλλη μια μετάφραση ενδιάμεσα, από τον θρησκευτικό σύλλογο «Ανάπλασις», πυροδότησαν μία σειρά επεισοδίων που οδήγησαν στην παραίτηση του πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη και του μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου. Αντιδημοτικιστές ακαδημαϊκοί (Μιστριώτης, Κόντος, Βάσης κ.ά.), στοιχεία της αντιπολίτευσης, καθώς και η διαμάχη ανάμεσα στις εφημερίδες Ακρόπολις, που δημοσίευε την μετάφραση του Πάλλη, και Σκριπ, Καιροί, Εμπρός, που την κατέκριναν, υποδαύλισαν την οργή των φοιτητών και ακολούθησαν τα γεγονότα του Νοεμβρίου του 1901, με έντεκα νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Το ιστορικό κλίμα εκείνης της εποχής (το σύνδρομο της «σλαβικής απειλής»), σε συνδυασμό με την πρωτοβουλία της -Ρωσίδας στην καταγωγή- βασίλισσας είχαν ως αποτέλεσμα οι μεταφραστές, εκτός από βεβηλωτές των Ευαγγελίων και άθεοι, να θεωρηθούν επίσης προδότες και όργανα των Σλάβων.


Ανάλογες αντιδράσεις προκάλεσε η μετάφραση της Ορέστειας από τον Γ. Σωτηριάδη. Τον Νοέμβριο του 1903, φοιτητές, υποκινημένοι και αυτή τη φορά από τον καθηγητή τους Γ. Μιστριώτη, διαδήλωσαν αξιώνοντας να μη γίνει η παράσταση. Οι διαδηλώσεις κατέληξαν σε αιματηρά επεισόδια με δύο νεκρούς. Αξιοσημείωτο είναι ότι όταν το 1901 στα εγκαίνια της Νέας Σκηνής του Βασιλικού Θεάτρου είχε ανέβει η Άλκηστις του Ευρυπίδη σε μετάφραση Χρηστομάνου, δεν είχαν προκληθεί τέτοιες αναταραχές.

Οι απόπειρες αυτές «ενδογλωσσικής μετάφρασης» θρησκευτικών κειμένων δεν ήταν οι πρώτες. Το 1536 είχαν μεταφραστεί από τον Ιωαννίκιο Καρτάνο αποσπάσματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, και το 1638 μεταφράστηκε στη νεοελληνική η Καινή Διαθήκη από τον Μάξιμο Καλλιπολίτη. Η πρώτη προσπάθεια δεν βρήκε συνεχιστές ενώ η δεύτερη καταδικάστηκε από την Ιερά Σύνοδο. Αντιστοίχως, και η Ορέστεια του Αισχύλου δεν ήταν το πρώτο παράδειγμα μετάφρασης κειμένου της κλασικής κληρονομιάς. Τα επεισόδια σχετίζονται και με τα εκάστοτε πολιτικά συμφραζόμενα. το γεγονός, ωστόσο, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το γλωσσικό πυροδότησε τόσο ακραίες και βίαιες αντιδράσεις, καταδεικνύει τη φόρτιση και τη σημασία που απέδιδε στο ζήτημα την εποχή εκείνη η ελληνική κοινωνία.

Ελληνικά Νόμπελ λογοτεχνίας

Ο Γιώργος Σεφέρης (Σμύρνη 1900 – Αθήνα 1971) και ο Οδυσσέας Ελύτης (Ηράκλειο Κρήτης 1911 – Αθήνα 1996) ανήκουν στην ποιητική γενιά του ’30. Ανάμεσα σε άλλες διακρίσεις, τιμήθηκαν με το βραβείο Νόμπελ το 1963 και 1979 αντίστοιχα. Τα έργα τους μεταφράστηκαν σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες και κυκλοφόρησαν παγκοσμίως. Πέρα από την ποίηση, δημοσίευσαν δοκίμια, κριτικές, μελέτες και μεταφράσεις.


Ο Γ. Σεφέρης, με σπουδές και σταδιοδρομία για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο εξωτερικό, ήρθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή διανόηση από την οποία επηρεάστηκε. Ποτέ όμως δεν αποστασιοποιήθηκε από τα πολιτικά, κοινωνικά και πνευματικά γεγονότα του ελληνικού χώρου. Πρωτοπόρησε στην ελληνική ποίηση όχι μόνο ως προς τη θεματολογία αλλά και ως προς τα εκφραστικά μέσα και τη χρήση της γλώσσας. Απομακρυσμένος από τα καθιερωμένα πρότυπα, συνδύασε τα σύγχρονα λογοτεχνικά ρεύματα με τον προσωπικό τρόπο έκφρασης. Υιοθέτησε την κατάργηση ή έστω διατάραξη του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας, την ελλειπτική στίξη, την ασάφεια του θέματος, τις παρομοιώσεις που ξαφνιάζουν. Βασικό χαρακτηριστικό του η χρήση απλής και καθημερινής γλώσσας γιατί όπως πίστευε «ο ποιητής δεν έχει άλλο τρόπο να πράξει παρά με τη γλώσσα που μιλούν οι άνθρωποι που βρίσκονται γύρω του» (Δοκιμές Β, σελ. 163).


Ο Οδ. Ελύτης επηρεασμένος από τον υπερρεαλισμό και τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα, με σπουδές και πλούσια δραστηριότητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, δεν αποχωρίστηκε ποτέ την ελληνικότητά του όπως την ένιωθε και τη βίωνε από τις αιγαιοπελαγίτικες μνήμες του, μέχρι τις τραγικές στιγμές του έθνους (Β΄ Παγκόσμιος, κατοχή, εμφύλιος). Δημιούργησε το προσωπικό ποιητικό του ιδίωμα και θεωρείται μαζί με τους Σεφέρη, Ρίτσο, Εγγονόπουλο, Εμπειρίκο κ.ά. ανανεωτής της ελληνικής ποίησης. Η ποίησή του βρισκόταν σε συνεχή διάλογο με τα βιώματα, τις εντάσεις και τις αγωνίες του ως δημιουργού και ως Έλληνα. Διαφοροποιείται από τον έτερο νομπελίστα ποιητή μας στη σύλληψη και χρήση του ποιητικού λόγου και σε αντίθεση με εκείνον «εκφράζεται σε γλώσσα αποστασιοποιημένη από την καθημερινή» για χάρη ενός κειμένου «παρθενικού και απομακρυσμένου από τη χρήση των λέξεων».
__________________
όταν γράφεται η ιστορία της ζωής σου,
μην αφήνεις κανέναν να κρατάει την πένα
Απάντηση με παράθεση
  #4  
Παλιά 23-01-07, 23:38
Το avatar του χρήστη Xenios
Xenios Ο χρήστης Xenios δεν είναι συνδεδεμένος
Administrator
 

Τελευταία φορά Online: 12-11-16 11:12
Φύλο: Άντρας
Περιθωριακά ιδιώματα

Ή αλλιώς: συνθηματικές γλώσσες, συνθηματικοί κώδικες, συνθηματικά ιδιώματα, κοινωνιόλεκτοι, αργκό. Τα λεξικά συγκλίνουν στην γαλλική καταγωγή της λέξης αργκό και στην αρχική της σημασία ώς τεχνητής-κωδικής γλώσσας των κακοποιών, καθώς και στην εν συνεχεία μεταφορική της χρήση για την ορολογία επαγγελματιών και την ιδιόλεκτο κλειστών κοινωνικών ομάδων. Μερικά χαρακτηριστικά ιδιώματα τέτοιου είδους είναι η γλώσσα των νέων, τα κουτσαβάκικα (η μάγκικη λαϊκή γλώσσα), η γλώσσα των τοξικομανών, τα καλιαρντά (γλώσσα των ομοφυλοφίλων), η γλώσσα των πολιτικών, των μοτοσικλετιστών (μηχανόβιων), των στρατιωτικών, του ιπποδρόμου κ.ο.κ. Η κάθε τέτοια «γλώσσα μέσα στη γλώσσα», αντικατοπτρίζει τις ιδιαιτερότητες της ομάδας που τη χρησιμοποιεί. Χαρακτηριστικό των συνθηματικών κωδίκων, ιδιολέκτων κλπ. είναι ότι εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου όπως συμβαίνει με την κάθε γλώσσα. Οι ποικίλες μομφές εναντίον των αργκό μάλλον είναι περιττές, αφού αυτές χρησιμοποιούνται μόνο μεταξύ των μελών της κάθε ομάδας και όχι στις γενικότερες κοινωνικές τους επαφές. Άλλωστε και η ίδια η καθομιλουμένη ή κοινή είναι πλήρης στοιχείων από διάφορες αργκό: «δεν προβλέπεται», «ψάρι» από τη στρατιωτική αργκό, «λυπητερή» από τη λαϊκή, «τζιτζί» από τη γλώσσα των μοτοσικλετιστών, «τεκνό» από τη γλώσσα των ομοφυλοφίλων, «κολλητός» από τη γλώσσα των νέων, «τη βρίσκω» από τη γλώσσα των τοξικομανών, «κόκκινη κάρτα» από την ποδοσφαιρική ορολογία κ.ά.

Μία νέα μορφή αργκό είναι η ηλεκτρονική αργκό, ή η αργκό του διαδικτύου. Ο νέος αυτός κώδικας αποτελείται από τεχνικούς όρους που είναι χρήσιμοι για την αναφορά σε διαδικασίες που γίνονται ηλεκτρονικά και οι οποίοι έχουν εισαχθεί και στο καθημερινό λεξιλόγιο ελλείψει ελληνικής λέξης ή εξαιτίας αδυναμίας δημιουργίας νέας. Αποτελείται ακόμη από συντομογραφίες των τεχνικών όρων και από εικονικές παραστάσεις που συμβολίζουν ολόκληρες φράσεις και είναι δύσκολο για τον μη τεχνογνώστη και τον μη συστηματικό χρήστη να αναγνωρίσει. Στην αργκό του διαδικτύου ανήκουν επίσης τα λεγόμενα Greeklish, η γραφή ελληνικού κειμένου με λατινικούς χαρακτήρες (i grafi ellinikou keimenou me latinikous xaraktires) λόγω της καθολικής χρήσης της αγγλικής «κοινής» στο διαδύκτιο και των διαφόρων τεχνικών προβλημάτων που προκύπτουν από τη χρήση των μη λατινικών γραμματοσειρών. Η μεταφορά γίνεται φωνητικά ή/και συμβολικά και εναπόκειται στην αντίληψη του κάθε χρήστη π.χ. το λατινικό «x» χρησιμοποιείται συνήθως για το ελληνικό «χ» ενώ ηχητικά αντιστοιχεί με το «ξ».

Η χρήση των διαφόρων αργκό (ιδίως η ιδιόλεκτος των εκάστοτε νέων) και η επίδρασή τους στην κοινή καθομιλουμένη προκαλεί συνήθως αντιδράσεις που λίγο πολύ συνοψίζονται στον φόβο για «παρακμή» και εκχυδαϊσμό της καθαρής και «υψηλής» γλώσσας. Η γλώσσα, ωστόσο, είναι ζωντανός οργανισμός. η πρόσληψη δάνειων λέξεων και εκφραστικών σχημάτων από ξένες γλώσσες και από ιδιολέκτους, η παραγωγή νέων μεταφορών και ιδιωματισμών και η διαμόρφωση μιας καινούριας και πρωτότυπης νεανικής γλώσσας από κάθε γενιά αποτελούν ένδειξη ζωντάνιας και αφομοιωτικής δυναμικής. ως εκ τούτου, μπορούμε να κουλάρουμε, αντί να νταουνιαζόμαστε και να τα παίρνουμε στο κρανίο.

Η γλώσσα των πολιτικών και των Μ.Μ.Ε.

Πρόκειται για δύο γλώσσες που δεν διαφέρουν από τις άλλες αργκό ως προς την εξέλιξή τους σε λεξιλογικό και μορφολογικό επίπεδο. Ωστόσο, λόγω της δεσπόζουσας θέσης που κατέχουν οι πολιτικοί και τα Μ.Μ.Ε. στην καθημερινή ζωή, η επιρροή των δύο αυτών ιδιολέκτων στη διαμόρφωση της σύγχρονης γλώσσας θεωρείται εντονότερη από ό,τι η επιρροή άλλων περιορισμένων ιδιολέκτων.

Η γλώσσα των πολιτικών μεταδίδεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και έτσι έρχεται το κοινό σε επαφή μαζί της. Το όποιο σχόλιο από την πλευρά του μέσου στον λόγο των πολιτικών έχει να κάνει με το περιεχόμενο και όχι με τη μορφή του, και παρόλο που η παρέμβαση από το μέσο είναι αναπόφευκτη, ακόμη και στην απευθείας μετάδοση του πολιτικού λόγου, τα στοιχεία του λόγου αυτού μεταδίδονται ως επί το πλείστον αναλλοίωτα: στερεότυπα, δογματισμοί, συνθηματολογία και αφορισμοί, δυσνόητα σχήματα λόγου και λέξεις που προσδίδουν σοβαροφάνεια, δημοτικισμός που φτάνει στην εκλαΐκευση, ελλειπτικός λόγος, επιθετική διατύπωση με χρήση του πληθυντικού ευγενείας κ.ά. Η χρήση αυτού του παραλλαγμένου κώδικα ομιλίας, της ξύλινης γλώσσας, παρατηρείται εδώ και αρκετές δεκαετίες. Η θέση του πολιτικού στην κοινωνία ως προσώπου-προτύπου και η συνεχής προβολή του από τα Μ.Μ.Ε. σημαίνουν, εκτός από τη μεγάλη απήχηση του πολιτικού στο κοινό, την αναπόφευκτη επίδραση του ξύλινου πολιτικού λόγου στο ίδιο το εκφραστικό οπλοστάσιο της γλώσσας.

Η γλώσσα των Μ.Μ.Ε., ή αλλιώς η δημοσιογραφική αργκό, βασίζεται κυρίως στην καθομιλουμένη -στην επίσημη και στη λαϊκή της εκδοχή- και στην πολιτική συνθηματολογία, ενώ αντλεί στοιχεία από τις υπόλοιπες αργκό, τον προφορικό λόγο και την επιστημονική ορολογία, χρησιμοποιεί δε κατά κόρον ξενικά δάνεια, παθητική σύνταξη, μετωνυμίες, μεταφορές, αξιολογική χρήση επιθέτων, απουσία συνδετικών στοιχείων κ.ά. Όσο ελεγχόμενο και αν είναι το περιεχόμενο ενός κειμένου ή μιας εκπομπής ώστε να ανταποκρίνεται στις πολιτικές και αισθητικές αρχές του έντυπου ή ηλεκτρονικού μέσου, διαμορφώνεται εξωτερικά με βάση λίγο-πολύ τα προαναφερθέντα στοιχεία.

Η επίδραση που ασκεί η γλώσσα των Μ.Μ.Ε στην καθομιλουμένη είναι τεράστια. Σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ., ενσωμάτωση δάνειων λέξεων και εκφράσεων, σημασιολογικές αλλαγές), η επίδραση αυτή δεν αντιφάσκει με τη «φυσιολογική» εξέλιξη της γλώσσας• άλλοτε, η δημοσιογραφική αργκό προκαλεί μεταβολές και προσαρμογές της γλώσσας στις δικές της ανάγκες, επιβάλλοντας μέχρι και αλλαγές στο συντακτικό και τη γραμματική: το αμετάβατο μέσης διάθεσης ρήμα «διαρρέω» χρησιμοποιείται ως μεταβατικό ενεργητικής διάθεσης -το περιβάλλον του υπουργού διέρρευσε την πληροφορία ότι…- ή, αντιστρόφως, το μέσης φωνής και ενεργητικής διάθεσης μεταβατικό ρήμα «διαπραγματεύομαι» αποκτά παθητική διάθεση - οι μετοχές που διαπραγματεύτηκαν ήταν οι εξής…

Σημειωτέον ότι τα Μ.Μ.Ε. δεν μεταδίδουν μόνο τον δημοσιογραφικό λόγο, αλλά ακόμη τον λόγο της διαφήμισης (παρόμοιο σε μορφή και μεθοδολογία με τον δημοσιογραφικό) και ένα πλέγμα από διάφορους άλλους ιδιωματικούς λόγους, απροκάλυπτα ή συγκαλυμμένα, μέσω των διάφορων δημοσιευμάτων ή εκπομπών. Τα Μ.Μ.Ε. αποτελούν έτσι καθρέφτη της σύγχρονης γραπτής και προφορικής γλώσσας. Με τα ιδιαίτερα εκφραστικά μέσα όμως που χρησιμοποιούν, με την επαναληπτικότητα που τα διακρίνει, με την εξέχουσα θέση που κατέχουν στη συνείδηση του κοινού, με την καθημερινή σχέση πομπού-αποδέκτη, είναι και αναμφισβήτητος διαμορφωτής αυτής.

Από την πρόσφατη ιστορία μας, τις αρχές της δεκαετίας του ’80, μπορούμε να αντλήσουμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα που καταδεικνύουν το μέγεθος της επίδρασης του λόγου των Μ.Μ.Ε. στη γλώσσα: τη χρήση του μονοτονικού από τις εφημερίδες (που απλούστευε και επιτάχυνε την καθημερινή διαδικασία της εκτύπωσης) πριν από την επίσημη εφαρμογή του και τη θεσμική του κατοχύρωση, καθώς και την τεράστια επιρροή που άσκησε ο λόγος και το ύφος των περιοδικών lifestyle, όχι μόνο στην καθομιλουμένη (ιδίως στον τρόπο έκφρασης των νέων), αλλά και στον γραπτό λόγο της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής.

Οι στερεότυπες εκφράσεις, σε συνδυασμό με την κατάχρηση της -όχι και τόσο πρωτότυπης- μεταφοράς και με την υπερβολή στην έκφραση (προς άγραν τηλεθέασης ή κυκλοφορίας) παράγουν μια «πληθωριστική» γλώσσα και λειτουργούν, τελικά, εις βάρος της ίδιας της πληροφορίας αλλά και των εκφραστικών μέσων της γλώσσας. Έχει ενδιαφέρον ότι σε αυτόν τον γλωσσικό και νοηματικό πληθωρισμό, γίνεται από τα Μ.Μ.Ε. κατάχρηση ακόμη και της μοναδικής λέξης που δεν θα έπρεπε ποτέ να χρησιμοποιείται μεταφορικά: του επιρρήματος «κυριολεκτικά». Φράσεις όπως κυριολεκτικά έπεσαν από τα σύννεφα, ακυρώνουν τη σημασία και τη βαρύτητα της λέξης (εκτός αν αναφέρονται σε αεροπορικό δυστύχημα) και τελικά φτωχαίνουν τη γλώσσα, στερώντας την από ένα ιδιαίτερα ακριβές και γλαφυρό εκφραστικό μέσο.

Έτσι, το καθημερινό τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων αποτελεί, ανεξαρτήτως του περιεχομένου του, «απίστευτη ταλαιπωρία για χιλιάδες τηλεθεατές» ενώ οι πραγματικές ειδήσεις, κρυμμένες πίσω από κραυγαλέους και, ταυτόχρονα, χιλιοειπωμένους τίτλους, δύσκολα κατορθώνουν να διεισδύσουν στην αντίληψη των τηλεθεατών, που «καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος» στον καναπέ τους.

Από τη γλώσσα των νέων
Παράδειγμα καθημερινής ομιλίας (από μία φιλική συνάντηση)

- ...Πώς τα πάτε με τον Σ.;
- Όχι και πολύ καλά. Λέω να κόψω λάσπη
- Τι;
- Να την κάνω, να απομακρυνθώ!
- Αμάν, με αυτή την αρκγό!
- Ναι, είναι χοντρό κόλλημα. Μου τη δίνει κι εμένα.
- Θα τα πούμε το Σάββατο;
- Μπα, δεν προβλέπεται. Θα βγω με τη φίλη μου την Α. Φεύγει από Αθήνα και θα βγούμε να το κάψουμε. Πάλι αλοιφή θα γίνουμε.
- Αλοιφή, δηλαδή κομμάτια, τύφλα, λιώμα, πίτα, κουρούμπελα, κόκαλο και τα τοιαύτα;
- Ναι, ακριβώς καλά πας!... Καλά, μου είπε κάτι ο πατέρας μου προχθές...κρανιώθηκα εντελώς.
- Τί;
- Μου την είπε μπροστά σε άλλους, φόρτωσα πάρα πολύ. Δεν κρατήθηκα, του τα ’χωσα και ’γω.
- Πωπω, μπροστά σε κόσμο, ε;
- Άσε σου λέω, ρόμπα γίναμε στους ξένους ανθρώπους. Αυτός ο πατέρας μου είναι άντε γεια, στην κοσμάρα του εντελώς.
- Τί να πώ!
- Μη πεις τίποτα. Δεν είναι η πρώτη φορά που γινόμαστε μπίλιες.
- Αλλαγή θέματος: θα πας στη συναυλία των Μ.;
- Χλωμό το κόβω. Δεν έχω φράγκα. Εσύ;
- Οπωσδήποτε! Μ’ άρεσε πολύ ο τελευταίος τους δίσκος.
- Καλά ναι, super είναι. Αλλά τι να κάνω τώρα. Είναι άκυρη εποχή για μένα...

Ο ένας συνομιλητής δεν εκφράζεται ιδιαίτερα με όρους της νεανικής αργκό, αλλά καταλαβαίνει τον άλλο (τις περισσότερες φορές) και έχει γνώση αυτού του κώδικα, όπως φαίνεται από το σημείο που παραθέτει και άλλα συνώνυμα από την αργκό για την έκφραση «αλοιφή». Στην ορολογία που εμφανίζεται σε αυτόν το διάλογο, η φράση «δεν προβλέπεται» και «άκυρο» ανήκει στη στρατιωτική ορολογία, ενώ φράσεις όπως «τύφλα», «φράγκα» κ.ά. προέρχονται από τη λαϊκή γλώσσα.

Επεξηγήσεις λέξεων και φράσεων:

1. Κόβω λάσπη/την κάνω: φεύγω, απομακρύνομαι, αποστασιοποιούμαι
2. Αλοιφή/κομμάτια/ λιώμα/ πίτα/ κουρούμπελο/κόκαλο: σε κατάσταση μέθης
3. Κρανιώνομαι<τα παίρνω στο κρανίο/φορτώνω: εκνευρίζομαι, θυμώνω
4. Τη λέω σε κάποιον: κάνω παρατήρηση, επιτίθεμαι φραστικώς
5. Τα χώνω: επιπλήττω
6. Γίνομαι ρόμπα: γίνομαι θέαμα, ρεζιλεύομαι
7. Άντε γεια: παλαιότερος όρος που με νεοεισαχθείσα εκφορά παραπέμπει σε παρουσιαστή τηλεοπτικής αθλητικής εκπομπής. Έκφραση απόρριψης αφενός . αφετέρου, όπως επεξηγεί ο ίδιος ο συνομιλητής, «άντε γεια» σημαίνει είναι «στον κόσμο του», δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα
8. Γίνομαι μπίλιες: διαπληκτίζομαι, τσακώνομαι
9. Χλώμο το κόβω: είναι δύσκολο να γίνει, δεν θα τα καταφέρω
10. Super: πολύ καλός
11. Άκυρος –η –ο: που δεν προσφέρει δυνατότητες δράσης, που περιορίζει, αλλά και έκφραση απόρριψης

Πηγή : Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ)
__________________
όταν γράφεται η ιστορία της ζωής σου,
μην αφήνεις κανέναν να κρατάει την πένα

Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη Gildor : 26-12-08 στις 23:07
Απάντηση με παράθεση
Απάντηση στο θέμα


Συνδεδεμένοι χρήστες που διαβάζουν αυτό το θέμα: 1 (0 μέλη και 1 επισκέπτες)
 
Εργαλεία Θεμάτων
Τρόποι εμφάνισης

Δικαιώματα - Επιλογές
You may not post new threads
You may not post replies
You may not post attachments
You may not edit your posts

BB code is σε λειτουργία
Τα Smilies είναι σε λειτουργία
Ο κώδικας [IMG] είναι σε λειτουργία
Ο κώδικας HTML είναι εκτός λειτουργίας

Που θέλετε να σας πάμε;


Όλες οι ώρες είναι GMT +3. Η ώρα τώρα είναι 13:46.



Forum engine powered by : vBulletin Version 3.8.2
Copyright ©2000 - 2024, Jelsoft Enterprises Ltd.